Πικρές μνήμες…

Του Γιώργου Σαξατέ

Τρυφερή ηλικία και όλα φάνταζαν όμορφα. Γλυκό Καλοκαίρι που σημάδεψε τις ζωές μας, με ήχους και λέξεις άγνωστες μέχρι τότε…
Πραξικόπημα, εισβολή, εκτοπισμένος, πρόσφυγας, καταυλισμός, εκεχειρία…
Και οι λέξεις δεν έχουν τελειωμό. Λέξεις που δεν γνωρίζαμε, που δεν είχαμε ξανακούσει. Όλα αυτά με τον ανατριχιαστικό βόμβο των αεροπλάνων την τρομερή όψη των πολεμικών πλοίων.
Οι άντρες να τρέχουν αμήχανοι και οι γυναίκες να κλαίνε. Ένα κλάμα παράξενο ένα μοιρολόι ασταμάτητο με ευχές και κατάρες. “Παναγία μου Μεγαλόχαρη, Ελεούσα βοήθησε μας. Ας όψονται οι αίτιοι!!!”
Ένας λαός γυμνός, άοπλος να προσπαθεί να γλιτώσει από τη μανία του πολέμου, κάτω από δέντρα και μέσα σε σπηλιές και ποτάμια. Ένας λαός προδομένος και αφημένος στη μανία του πολέμου.
Τα περιβόλια μετατράπηκαν με μιας σε στρατόπεδα πανικοβλημένων οικογενειών…
Οι πιο ψύχραιμοι, αμίλητοι καρφωμένοι στα μικρά τρανζίστορ να ακούνε με προσοχή, άλλοι το κρατικό ραδιόφωνο άλλοι τον μπαϊράκ και κάποιοι ψαγμένοι το BBC.
Βλέμματα σκοτεινά γεμάτα απορία… Γιατί;
Ύστερα μια πορεία στο άγνωστο με τοπία ξένα. Τα μάτια δεν μπορούν αν συνηθίσουν τον ατέλειωτο γυμνό κάμπο, τους ξερούς λόφους, την απουσία της θάλασσας… Πού πάμε, πού θα μείνουμε, πότε θα γυρίσουμε;
Ερωτήματα που δεν τολμούσαμε να ξεστομίσουμε βλέποντας γονείς αμίλητους και σκεφτικούς, ερωτήματα που ούτως ή άλλως δεν είχαν απάντηση.
Σήμερα κλείνουν σαράντα τέσσερα χρόνια από κείνη την μέρα. Τα παιδιά, είναι ενήλικες οι ενήλικες σε βαθιά γεράματα και οι γέροι έφυγαν από τη ζωή. Θαμμένοι μακριά από τη γη τους, έφυγαν με την πίκρα και την ίδια απορία που είχαν και τότε. Πότε θα γυρίσουμε.
Έτσι έφυγε κι ο παππούς, με το μυαλό του τις τελευταίες ώρες να του παίζει παιχνίδια και να ζητά επίμονα να σηκωθεί γιατί υποσχέθηκε στον κουμπάρο του να του οργώσει το χωράφι.
“Πήαινε γιε μου. Φερ’ μου τες ποΐνες μου τζι’ εν να πάω στο ζευκάρι. Καρτερά με ο κουμπάρος ο Γιολλάς που του έταξα να του κάμω το χωράφιν του”.
Θάψαμε παππούδες, γονείς, μεγαλώσαμε παιδιά και η απορία ακόμα να λυθεί. Πότε; Κανείς δεν μπορεί να μας πει, κανείς δεν βιάζεται…
Πολλά άλλαξαν, πολλά ξεχάστηκαν.
Ο χειρότερος εχθρός κάθε λαού είναι η λήθη. Αλλά και όταν θυμάσαι θα πρέπει να θυμάσαι το πράγματα όπως έγιναν και όχι όπως θα ήθελες να γίνουν…

Αφήστε μια απάντηση