Το μέλλον του Ακάμα είναι η συνύπαρξη ανθρώπου – περιβάλλοντος

Του Γιάγκου Τσίβικου*

Τα τελευταία χρόνια, με την απειλή της κλιματικής αλλαγής να επικρέμαται πάνω από τις ζωές μας, κυβερνήσεις και οργανισμοί ανά το παγκόσμιο έχουν επιδοθεί σε μία μάχη με τον χρόνο, προκειμένου να επιβραδύνουν τον ρυθμό της κλιματικής αλλαγής και να περιορίσουν ή ακόμη και να αποτρέψουν τις συνέπειές της.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η επικαιρότητα βρίθει σχεδόν καθημερινά από λέξεις όπως βιωσιμότητα, αειφορία, πράσινη οικονομία, πράσινη ανάπτυξη, πράσινα κτήρια, αειφόρος ανάπτυξη, οι οποίες αποκτούν ολοένα και πιο σημαντική θέση στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.
Η αειφόρος ή αλλιώς βιώσιμη ανάπτυξη, είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα τα επόμενα χρόνια και ένας από τους σημαντικότερους στόχους του Συμβουλίου της Ευρώπης με ορίζοντα το 2030. Ειδικότερα, η βιώσιμη ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομική ανάπτυξη που λαμβάνει υπόψη την προστασία του περιβάλλοντος. Η Ευρώπη προωθεί, μέσα από την Ατζέντα της για Βιώσιμη Ανάπτυξη, τέτοιες αναπτυξιακές πολιτικές, οι οποίες μπορούν να ενισχύσουν την περιβαλλοντική προστασία, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίσουν τη διατήρηση ή αύξηση των επιπέδων ευημερίας των ανθρώπων. Με λίγα λόγια, η βιώσιμη ανάπτυξη αφορά κυρίως την αρμονική συνύπαρξη και αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το περιβάλλον και την ταυτόχρονη ανάπτυξή τους, χωρίς το ένα να αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη του άλλου.
Η Κύπρος, ωστόσο, όπως κατέδειξαν οι δείκτες της Eurostat, έχει σημειώσει σχετικά χαμηλές επιδόσεις ως προς την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης που έθεσε η ΕΕ, κάτι το οποίο διατυπώθηκε και στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη χώρα μας το 2020, όπου αξιολογείται η οικονομία της Κύπρου με βάση την ετήσια στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Στην Κύπρο, δεν έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής να προστατέψουμε το περιβάλλον και ταυτόχρονα τον άνθρωπο. Τρανταχτό παράδειγμα είναι οι κοινότητες στις παρυφές του Ακάμα, οι οποίες αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα εδώ και τρεις δεκαετίες, με τον πληθυσμό να φθίνει όλο και περισσότερο, λόγω της υπογεννητικότητας και της μετοίκισης των νέων σε άλλες περιοχές.
Στην παρακμή των κοινοτήτων του Ακάμα, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό η Δήλωση Πολιτικής του 1989, με την εφαρμογή της οποίας μεγάλες περιοχές του Ακάμα και τεράστιος αριθμός ιδιωτικών περιουσιών καθορίστηκαν με τον πολεοδομικό χαρακτηρισμό Προστασία της Φύσης και με μηδενικό συντελεστή δόμησης, εντός των οποίων απαγορεύτηκε η οποιαδήποτε ανάπτυξη. Έκτοτε δεν έχει δοθεί οποιοδήποτε αντιστάθμισμα στους ιδιοκτήτες των περιουσιών, οι οποίοι παραμένουν μέχρι σήμερα «εγκλωβισμένοι» στην αναποφασιστικότητα και την αναβλητικότητα των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Η θέσπιση της Δήλωσης Πολιτικής το 1989, έγινε ως προληπτικό μέτρο εν αναμονή του εντοπισμού των περιοχών που πραγματικά απαιτούσαν προστασία. Δεδομένου, ότι πλέον έχουν καθοριστεί οι περιοχές Natura, ο πολεοδομικός αυτός χαρακτηρισμός πρέπει να απαλειφθεί και να εφαρμοστούν οι νόμιμες πρόνοιες που διέπουν τις περιοχές Natura.

Σε αντίθεση με τις περιοχές αυστηρής διατήρησης της φύσης που ίσχυαν στο παρελθόν, οι περιοχές του Δικτύου Natura 2000 δεν είναι ζώνες απαγόρευσης της ανάπτυξης. Βασική αρχή του Natura 2000 είναι ότι στον σχεδιασμό του πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι «οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες», ώστε να διασφαλίζεται η συμβατότητα των οιωνδήποτε οικονομικών δραστηριοτήτων εντός του Δικτύου με την προστασία πολύτιμων ειδών και οικοτόπων. Η λογική της μηδενικής ανάπτυξης, έχει αποδειχθεί καταστροφική για τον άνθρωπο.

Είναι ευθύνη του κράτους να διερευνήσει και να εξεύρει καινοτόμα εργαλεία και χειρισμούς για τη βιώσιμη ανάπτυξη περιοχών του Ακάμα, με στόχο την αρμονική συνύπαρξη και ευημερία του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Ένα τέτοιο εργαλείο αποτελεί η προώθηση ενός νέου είδους τουρισμού στην περιοχή, του λεγόμενου «πράσινου τουρισμού», o οποίος λαμβάνει πλήρως υπόψη τις υφιστάμενες και μελλοντικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις του, καλύπτοντας τις ανάγκες των επισκεπτών, του περιβάλλοντος και των κοινοτήτων υποδοχής.

Ο τουρισμός υπήρξε ανέκαθεν για την Κύπρο βασικό «εργαλείο» ανάπτυξης και αποτελεί έναν από τους βασικότερους τομείς που στηρίζουν την οικονομία της Πάφου και της περιοχής του Ακάμα. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να απουσιάζει από τους όποιους σχεδιασμούς της κυβέρνησης για αναβάθμιση της περιοχής.

Η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον, είναι το μόνο μέλλον που μπορεί να έχει η πολύπαθη περιοχή του Ακάμα.

*Κοινοτάρχης Ίνειας

Αφήστε μια απάντηση