Πυγμαλίωνας και Γαλάτεια

Οι Έλληνες αγαπούσαν τη γλυπτική και γέμιζαν τα σπίτια, τους δρόμους και τους ναούς τους με αγάλματα. Και στους τάφους ακόμα τοποθετούσαν ανάγλυφες στήλες κι εκεί, πάνω στην πέτρα, οι τεχνίτες παρουσίαζαν καθημερινές σκηνές από τη ζωή των απλών ανθρώπων. Ένας τέτοιος περίφημος γλύπτης ήταν και ο Πυγμαλίωνας, ο βασιλιάς της Κύπρου, που μελετούσε προσεχτικά τις κινήσεις των ανθρώπων, τα παλικάρια που έτρεχαν στο στίβο, τα χέρια και τα πόδια τους καθώς δρασκέλιζαν τις αποστάσεις, και συγκέντρωνε στοιχεία για το πώς θα τα “λαξεύσει” στο μάρμαρο. Γι’ αυτό, τα αγάλματα του ήτανε σαν πλάσματα ζωντανά κι όχι ακίνητα κομμάτια πέτρας.
Όταν ύστερα από αδιάκοπη δουλειά τέλειωνε ένα γλυπτό, καθόταν και του…μιλούσε. Του μιλούσε με τις ώρες, γιατί ένιωθε την ανάγκη να κουβεντιάζει με κάποιον πολύ δικό του, εκεί σε μια γωνιά, και να του ψιθυρίζει τον πόνο του, να του ανοίγει την ψυχή του. Τι κι αν ήταν βασιλιάς;
Η δόξα δεν του έδινε χαρά. Ούτε τα δώρα που του χάριζαν τον ικανοποιούσαν. Ούτε το χρυσάφι που σκόρπιζαν στα πόδια του οι δυνατοί της γης, για να σκαλίσει τις προτομές τους στο μάρμαρο και να τους κάνει αθάνατους, του έκανε εντύπωση.
Σ’ αυτή τη μοναξιά της ψυχής του, οι μόνοι του σύντροφοι ήταν τα αγάλματα. Αυτά ένιωθε δικούς του, φίλους του. Και μόνο με τη χαρά της δημιουργίας ένιωθε ευτυχισμένος.
Ευτυχισμένος ένιωσε τότε που «έπλασε» την Αφροδίτη, τη θεά της ομορφιάς, την ώρα που αναδύεται μέσα από τα νερά, με τη βρεγμένη εσθήτα να κολλά πάνω της και να α-ναδεικνύει, αντί να κρύβει, την ομορφιά του κορμιού της…
Η Αφροδίτη του λες κι ήταν έτοιμη να του μιλήσει. Να του διηγηθεί πώς παρουσιάστηκε μπροστά της η Αμφιτρίτη και της χάρισε ένα τεράστιο κοχύλι. Πώς ξάπλωσε μέσα του να ξεκουραστεί και ο άνεμος σπρώχνοντας την, αγάλι αγάλι, την έφερε στην Πάφο της Κύπρου.
Μπροστά σ’ αυτό το τόσο ζωντανό έργο του, τη θεά του έρωτα, ο Πυγμαλίωνας ξέσπασε: « Μου λείπει η Αγάπη, Αφροδίτη. Μου λείπει μια γυναίκα, να της αφοσιωθώ, να την αγαπώ πέρα από το χρόνο. Κατάφερα να κάνω ποίηση την τέχνη μου, αλλά μου λείπει η αγάπη, που κάνει ποίηση τη ζωή».
Ένα ανοιξιάτικο δειλινό, γεμάτο μυρωδιές, την ώρα που ο ήλιος τραβούσε σιγά σιγά προς τη δύση, μια νυσταγμένη αναλαμπή του χώθηκε στο εργαστήρι του Πυγμαλίωνα και το γέμισε χρώματα τριανταφυλλένια. Εκείνη τη μέρα του είχαν στείλει ένα κομμάτι μάρμαρο από την Πάρο. Μ’ εκείνη τη ρόδινη αναλαμπή ο άμορφος όγκος πήρε ένα χρώμα απαλό. Η λεία και καθαρή του επιφάνεια θα μπορούσε ν’ αποδώσει θαυμάσια ένα γυναικείο πρόσωπο με ροδαλή επιδερμίδα.
Ο Πυγμαλίωνας άρπαξε τη σμίλη του κι άρχισε να δουλεύει. Με πάθος και πόνο. Ήθελε να σμιλέψει μια γυναίκα γεμάτη χάρη, με γυμνά μπράτσα, μ’ ένα διάφανο πέπλο διπλωμένο πάνω στους ώμους της, καρφιτσωμένο με πόρπη.
Οι κινήσεις του ήταν ανυπόμονες. Μαρτυρούσαν το μέγεθος της μοναξιάς του, τη λαχτάρα του να βρεθεί αντιμέτωπος με μια τέτοια θεία γυναίκα, δημιούργημα της τέχνης του. Αφαιρούσε γρήγορα ό,τι νόμιζε περιττό. Το χέρι; του πήγαινε μόνο οδηγημένο από μια θεϊκή δύναμη..
Οι δυσκολίες που συναντούσε τον προκαλούσαν. Μα είχε την πειθαρχία που χρειαζόταν για να τιθασεύσει το μάρμαρο. Όταν τέλειωσε το άγαλμα ο Πυγμαλίωνας κάθισε ένα σκαμνί να ξαποστάσει. Το χέρι του έτρεμε. Παράτησε τη σμίλη του. Δεν είχε φάει, δεν είχε πιει, δεν ήξερε καν πόσος χρόνος είχε περάσει. Το κορμί του τον πονούσε, το κεφάλι του στριφογύριζε, η καρδιά του χτυπούσε μέσα στο στήθος του σαν σφυρί.
Ακίνητος, κοίταξε το άγαλμα που είχε φτιάξει. Η γυναίκα που είχε πλάσει ήταν θαρρείς ζωντανή. Θαρρείς πως θα του μίλαγε. Πως θ’ άπλωνε το χέρι τον αγγίξει. Πως, αν πρόβαλε το πόδι της, θ’ άρχιζε να περπατά. Η φλόγα του λυχναριού τρεμόπαιξε. Του φάνηκε πως το άγαλμα τρεμόπαιξε κι εκείνο τα μάτια του. Ο Πυγμαλίωνας ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα δικά του για διαπιστώσει αν ονειρεύεται. Μπροστά του έστεκε μια γυναίκα κάτασπρη σαν το γάλα.
«Γαλάτεια», ψιθύρισε. Το όνομα αυτό του ήρθε αυθόρμητα στα χείλη, και λιποθύμησε. Μ’ ένα σιγανό τρίξιμο η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η θεά Αφροδίτη. Προχώρησε, πανέμορφη με το χρυσό φως που τη στεφάνωνε, κι απόθεσε στο κεφάλι της Γαλάτειας ένα λουλουδένιο στεφάνι. Το άγαλμα υποκλίθηκε και χαμογέλασε στη θεά.
Ο Πυγμαλίωνας τινάχτηκε τρομαγμένος από το σημείο όπου είχε πέσει. Έτριψε τα μάτια του, έβαλε τα χέρια στα μαλλιά του σαν για να τα ξεριζώσει…. Έχω παραισθήσεις, σκέφθηκε, όπου να’ ναι, αυτή η μοναξιά θα με τρελάνει.
Το άλλο πρωί ο Πυγμαλίωνας κίνησε για τ’ ακρογιάλι, όπου υπήρχε ο βωμός της Αφροδίτης. Ένας δούλος κουβαλούσε ένα δαμάλι να το θυσιάσει στη χάρη της.
Στολισμένος ο βωμός και τα θυμιάματα μπλέκονταν με την αρμύρα της
θάλασσας. Οι ιέρειες πρόβαλαν στεφανωμένες κρατώντας δυο δοχεία με νε¬ρό και κρασί που τοποθέτησαν πάνω σε τρίποδες. Η μία ιέρεια έχυσε το κρασί στο χώμα κι ο Πυγμαλίωνας πήρε μια χούφτα αλεύρι από ένα χρυσό δίσκο και το έριξε στην πλάτη του ζώου. Ύστερα μ’ ένα μικρό μαχαίρι πρόσφερε το ζώο θυσία στη θεά.
Ο Πυγμαλίωνας πρόσπεσε στο βωμό με ανοιχτά τα χέρια και προσευχήθηκε στην αφρογέννητη, να του δώσει μια σύντροφο για την έρημη ζωή του. Μια γαλάζια φλογίτσα ξεπετάχτηκε τότε από τη φωτιά που άναψαν οι ιέρειες. Σίγουρα ήταν θεϊκό σημάδι.Μετά απ’ αυτό και μετά από την οπτασία που είχε δει το προηγούμενο βράδυ, ο Πυγμαλίωνας ήτανε πια σίγουρος ότι κάτι διαφορετικό θα έδινε χρώμα στη ζωή του. Ίσως η θεά να είχε εισακούσει τις προσευχές του.
Με βήμα γοργό γύρισε στο εργαστήρι του. Άνοιξε την πόρτα με μια ελπίδα στην καρδιά. Κοίταξε το άγαλμα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα δισταχτικά. Η Γαλάτεια κούνησε το κεφάλι χαμογελαστή. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την ανάσα της. Στα μάτια της τρεμόπαιζαν δυο φλογίτσες. Το βλέμμα της καρφώθηκε με τρυφερότητα στο πρόσωπο του. Άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει.
Όχι! Δεν ήταν παιχνίδι της φαντασίας του. Ήταν αλήθεια. Καθώς την πλησίαζε ένιωσε ένα κύμα, σαν άρωμα, να ξεφεύγει από τα μαλλιά και το κορμί της.
«Γαλάτεια»; ψιθύρισε χωρίς ακόμα να πιστεύει στο θαύμα..!!
«Ναι»; άκουσε τη φωνή της να του απαντά.
Μια ηλιαχτίδα περίεργη χώθηκε τότε στο εργαστήρι απλώνοντας τριανταφυλλένια χρώματα για να φωτίσει τη δύναμη της αγάπης, μιας αγάπης που δεν την χωρά¬ει ο ανθρώπινος νους, τόσο μεγάλης που να σ’ ανεβάζει στα σύννεφα.Προφανώς εννέα μήνες μετά γεννήθηκε η κόρη τους η Πάφος…..

A.A.A

Αφήστε μια απάντηση