Ο Ιμπραΐμης (με αφορμή…)

Λες και ήταν χθες που κουρεμένοι γουλί, ξυπόλυτοι, φορώντας κοντά παντελονάκια, ανηφορίζαμε για την απάνω γειτονιά.

Τι τρομερή παρέα κι αυτή! Αχώριστοι από το νηπιαγωγείο, πρωταθλητές στις σκανταλιές και πρώτοι στα μαθήματα.

Μετά το σχολείο, πότε παίζαμε μπάλα με την παρέα της πάνω γειτονιάς, πότε τρέχαμε στα περβόλια σαν αγρίμια. Πότε μας έβρισκες πάνω στα χαλάσματα του τουρκομαχαλά να μαζεύουμε σπουργίτια, άλλοτε στους ποταμούς να στήνουμε ξόβεργα και το Καλοκαίρι, που μας έχανες, που μας έβρισκες, ψαρεύαμε μετά μανίας βάζοντας διαγωνισμό για το ποιος θα πιάσει το μεγαλύτερο ψάρι…

Στην παραλία αργότερα άρχιζε άλλο πανηγύρι. Τι παιχνίδια στο νερό, τι μακροβούτια και αστεία…

Για τη μικρή μας παρέα, κάθε παιχνίδι, ήταν και μια δοκιμασία που κάποιος από μας έπρεπε να κερδίσει.

Εκείνο όμως που είχαμε μεγάλο καμάρι, ήταν η τόλμη μας να “κλέψουμε” καρύδια από το περιβόλι του γέρο-Μπραΐμη.

Φόβος και τρόμος, ο γέρο-τούρκος, παλιός αγροφύλακας του χωριού, ήταν ο μόνος που δεν το κούνησε ρούπι από το σπίτι και το περιβόλι του μετά από τις φασαρίες του ’63.

Ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν ο γέρο-Ιμπραΐμης, όμως, το παιδικό μας μυαλό, σκάρωνε ιστορίες με άγριους Αγαρηνούς που σφάζανε παιδιά και τρέμαμε από το φόβο μας μόνο να περάσουμε έξω από το μικρό του περιβόλι.

Λες η βραχνή του φωνή, λες η μαύρη μαντήλα που φορούσε σχεδόν πάντα στο χιονισμένο κεφάλι του, η μαγκούρα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μας έκανε να πλάθουμε στα παιδικά μας μυαλά την εικόνα ενός αγριανθρώπου.

Μια μέρα το λοιπόν, πήραμε τη μεγάλη απόφαση, να καταπλήξουμε όλα τα παιδιά του χωριού.

Το σχέδιο, απλό και τολμηρό. Ο Σάββας κι εγώ θα μπαίναμε στο περιβόλι από τη μεριά του ποταμού και οι άλλοι θα φύλαγαν τσίλιες.

Μπήκαμε λοιπόν κλεφτά στο περιβόλι, γεμίσαμε τις τσέπες μας με καρύδια και ξεκινήσαμε με ύφος θριαμβευτικό να φύγουμε, έχοντας στο μυαλό την εντύπωση που θα προκαλούσε η πράξη μας στον παιδόκοσμο του χωριού.

Εκεί λοιπόν που κοντεύαμε το φράκτη, βλέπουμε ξαφνικά μπροστά μας το γέρο-Ιμπραΐμη, με την μαγκούρα και τα φαρδιά μουστάκια του να γέρνουν στα σκαμμένα του μάγουλα.

Μαρμαρωμένοι απ’ το φόβο μας, απομείναμε κι οι δυο αποσβολωμένοι για μια στιγμή που μας φάνηκε αιώνας.

“Merhabar pe tsiotzuk” μας είπε με τη βραχνή και μπάσα φωνή του, σκάζοντας ταυτόχρονα ένα αθώο χαμόγελο και μας πρότεινε μια χάρτινη σακούλα γεμάτη καρύδια.

Θυμάσαι φίλε; Ήταν το μεγάλο μας μυστικό. Εγώ κι εσύ. Οι μόνοι από την παρέα και την ηλικία μας που ξέραμε ποιος πραγματικά ήταν ο γέρο-Ιμπραΐμης…

Αφήστε μια απάντηση